μπαμπέσης

μπαμπέσης
ο , μπαμπέσα и μπαμπέσω η вероломный, коварный человек; обманщ|ик, -ица

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "μπαμπέσης" в других словарях:

  • μπαμπέσης — ο θηλ. α (λ. αλβαν.), άνθρωπος ύπουλος, αναξιόπιστος: Μου έφαγε ένα σωρό λεφτά ο μπαμπέσης! …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπαμπέσης — ο, θηλ. α και ω, ουδ. ικο 1. άνθρωπος δόλιος και ύπουλος 2. άνθρωπος αναξιόπιστος, άπιστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλβ. pabese] …   Dictionary of Greek

  • μπαμπεσιά — [μπαμπέσης] 1. η ιδιότητα τού μπαμπέση, δολιότητα, υπουλότητα 2. πράξη η οποία γίνεται με ύπουλο και δόλιο τρόπο («τόν χτύπησε με μπαμπεσιά») …   Dictionary of Greek

  • μπαμπέσικος — η και ια, ο [μπαμπέσης] αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει σε μπαμπέση, δόλιος, πανούργος, ύπουλος. επίρρ... μπαμπέσικα 1. με μπαμπέσικο τρόπο ύπουλα, δόλια («μού φέρθηκε μπαμπέσικα») 2. με κακή πρόθεση («μπαμπέσικα με κοίμησες στην αγκαλιά …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»